|
Γράφει ο H. Lupulus | 16 Μαΐου 2010 Για το all4beer.com
“Πρόσθετα” στην μπύρα
Έχοντας λοιπόν ξεκαθαρίσει μερικά πολύ βασικά πράγματα ας έρθουμε τώρα στα “καθ’ ημάς”.
Και ας αναφερθούμε αρχικά στα “πρόσθετα” που “ανέδειξε” ο φίλος John Rebus, μιας και ήταν εκείνα που είδαν όντως το φως της δημοσιότητας τα προηγούμενα χρόνια μέσα από σειρά δημοσιευμάτων, και που όπως και να το κάνουμε ακούγονται “κάπως” (από περίεργα έως τρομακτικά!).
α. Β-γλυκανάση: Πρόκειται για ένζυμο δηλ. για ειδική πρωτεΐνη που δρα ως βιο-καταταλύτης.
Οι βιο-καταλύτες στην Βιο–Χημεία, όπως και οι απλοί καταλύτες στην Χημεία, δεν λαμβάνουν μέρος στην όποια Βιο–χημική αντίδραση. Αυτό που κάνουν με απλά λόγια είναι, να επιταχύνουν ή να επιβραδύνουν (κατά το επιθυμητό) μια αντίδραση που έτσι κι αλλιώς πραγματοποιείται. Δεν επηρεάζουν τα προϊόντα της αντίδρασης, ούτε παράγουν νέα (πόσο μάλλον τοξικά!) προϊόντα.
Τα ένζυμα είναι απαραίτητα για τον μεταβολισμό όλων των ζωντανών οργανισμών και πιθανή έλλειψή τους μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην λειτουργία του οργανισμού. Για παράδειγμα άτομα με ευαισθησία στο γάλα έχει βρεθεί ότι δεν παράγουν ικανοποιητικές ποσότητες του ενζύμου Λακτάση το οποίο βοηθά (επιταχύνει) την αντίδραση διάσπασης του σακχάρου Λακτόζη που εμπεριέχεται φυσικά στο γάλα.
Τι γίνεται στην περίπτωση της μπύρας?
Το κριθάρι που χρησιμοποιείται περιέχει μεγάλες ποσότητες από σάκχαρα που μεταβολίζονται δύσκολα, τους πολυσακχαρίτες β-Γλυκάνες. Μεγάλες συγκεντρώσεις αδιάσπαστων β-Γλυκανών έχει αναφερθεί ότι προκαλούν αύξηση του ιξώδους του ζυθογλεύκους . Με απλά λόγια το ζυθογλεύκος ρέει δύσκολα κατά το στάδιο της διήθησης (φιλτράρισμα) προκαλώντας μη καλή απορροή, θρόμβωση και τελικά απόφραξη στα φίλτρα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι να απαιτούνται συνεχείς καθαρισμοί με επιπτώσεις στην όλη παραγωγική διαδικασία.
Το κριθάρι παράγει από μόνο του τα ένζυμα Γλυκανάσες που βοηθούν στην διάσπαση του “προβληματικού” πολυσακχαρίτη β-Γλυκάνη σε μονοσακχαρίτη Γλυκόζη. Όμως όπως και στην περίπτωση των ατόμων με την δυσανεξία στο γάλα που αναφέρθηκε παραπάνω, το κριθάρι δεν μπορεί να παράγει από μόνο του ικανοποιητικές ποσότητες του ενζύμου αυτού ώστε να επιτευχθεί η πλήρης και ταχεία διάσπαση της β-Γλυκάνης. Εδώ λοιπόν έρχεται αρωγός ο ανθρώπινος παράγοντας που χρησιμοποιεί επιπρόσθετες ποσότητες του ενζύμου β-Γλυκανάση για να υποβοηθήσει την όλη διεργασία.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι με βάση αυτά που αναφέραμε στο 1ο μέρος του άρθρου (Βασικές έννοιες), το ένζυμο β-Γλυκανάση χρησιμοποιείται ως Τεχνολογικό βοήθημα και όχι ως Πρόσθετο . Δεν έχει δηλ. καμία τεχνολογική ή λειτουργική επίδραση στο τελικό προϊόν.
Εάν θα έπρεπε λοιπόν να εντοπίσουμε κάπου πρόβλημα, αυτό δεν θα ήταν αυτή καθεαυτή η χρήση της β-Γλυκανάσης αλλά η προέλευσή της, καθώς υπάρχει η δυνατότητα παραγωγής της από Γενετικά Τροποποιημένους Οργανισμούς (ΓΤΟ/ GMO). Εκεί είναι κατά την γνώμη μου το θέμα (αλλά ως μη ειδικός στους ΓΤΟ δεν μπορώ να αναφερθώ εκτενέστερα).
β. Isinglass: Το isinglass είναι ουσία που όντως προέρχεται από τις νηκτικές κύστες των ψαριών δηλ. τους ενσωματωμένους “ασκούς” που βρίσκονται ανάμεσα στα υπόλοιπα εσωτερικά όργανα του ψαριού και λειτουργούν ως φυσικοί ρυθμιστές πλευστότητας. Το isinglass λοιπόν δεν είναι παρά μια πολύ καθαρή μορφή μιας πρωτεΐνης: του κολλαγόνου, του γνωστού κολλαγόνου που εμφανίζεται σε όλους τους πολυκύτταρους οργανισμούς ως ινώδες δομικό συστατικό. (Στα θηλαστικά μάλιστα το κολλαγόνο αποτελεί την μεγαλύτερη κατ’ αναλογία πρωτεΐνη του οργανισμού).
Η χρήση του isinglass ως μέσο διαύγασης ανάγεται στην αρχαιότητα. Ο αρχαίος κόσμος ήταν εξοικειωμένος με την χρήση του, αφού είχαν παρατηρήσει πως όταν χρησιμοποιούσαν τις νηκτικές κύστες ψαριών για την φύλαξη του κρασιού το κρασί γινόταν διαυγές. Τόσο ο Ηρόδοτος όσο και ο πατέρας της Φαρμακολογίας Πεδάνιος Διοσκουρίδης (στο έργο του “Περί Ύλης Ιατρικής”) αναφέρονται σε αυτό και τις θαυμαστές του ιδιότητες ως διαυγαστικό. Πηγές αναφέρουν πως και οι Μάγια στην άλλη όχθη του Ατλαντικού το χρησιμοποιούσαν για τον ίδιο λόγο.
Η χρήση του στην Αγγλία για την διαύγαση των cask ales ανάγεται πίσω στο 1765.Γιατί όμως χρησιμοποιείται στις cask ales?
Στις μαζικά παραγόμενες μπύρες οι διαδικασίες παστερίωσης που ακολουθούνται νεκρώνουν τις ζύμες οι οποίες καθιζάνουν με φυσικό τρόπο στο πάτο του περιέκτη. Κατόπιν με συνεχείς διηθήσεις και φιλτραρίσματα οι νεκρές ζύμες απομακρύνονται και επιτυγχάνεται διαύγαση.
Με την χρήση του isinglass όμως η διαύγαση πετυχαίνεται αφενός μεν με την ιδιότητα του υλικού να έλκει αντίθετα φορτισμένα σωματίδια (όπως τα κύτταρα των ζυμών που είναι αρνητικά φορτισμένα σε αντίθεση με το isinglass που βρίσκεται θετικά φορτισμένο στην μπύρα) και αφετέρου με την δυνατότητα παγίδευσης σωματιδίων στο φυσικό πλέγμα του κολλαγόνου του isinglass. Το isinglass συσσωματώνει λοιπόν τα ζωντανά κύτταρα των ζυμών, το συσσωμάτωμα καθιζάνει στο πάτο του περιέκτη - δοχείου και η μπύρα γίνεται διαυγής.
Μ’ αυτόν τον τρόπο λοιπόν οι cask ales, που ως Real Ales απαιτούν oι ζύμες να μην νεκρώνονται αλλά η ζύμωση να συνεχίζεται στο τελικό περιέκτη - δοχείο, πετυχαίνουν και την επιθυμητή διαύγαση. Όσον κι αν φαίνεται περίεργο λοιπόν η χρήση αυτού του σαφώς παράξενου μέσου διαύγασης γίνεται με σκοπό να τηρηθεί η παραδοσιακή διαδικασία παραγωγής μιας μπύρας (μη παστερίωση, μη φιλτράρισμα κλπ) και ταυτόχρονα να ικανοποιηθεί η απαίτηση για διαυγές προϊόν.
Όπως αναφέρεται και στο άρθρο του Guardian που παραθέτει ο John Rebus το “παράξενο” isinglass είναι ένα «ακίνδυνο, ουδέτερο υλικό» που περισσότερο φοβίζει και προκαταβάλλει αρνητικά τους αδαείς “pure-ίστες” της μπύρας. Το isinglass είναι ένα φυσικό προϊόν για το οποίο η Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν απαιτεί την αναγραφή του στην ετικέτα του προϊόντος (Οδηγία: 2007/68/ΕC), ενώ και η ελληνική νομοθεσία επιτρέπει την χρήση του χαρακτηρίζοντάς το αβλαβές και ανενεργό στο τελικό προϊόν. (Υπουργική Απόφαση 3010878/1396/0029, ΦΕΚ 832/Β/25-06-2003)
Mε βάση δε, και πάλι αυτά που αναφέραμε στο 1ο μέρος του άρθρου (Βασικές έννοιες) το isinglass είναι Τεχνολογικό Βοήθημα και όχι Πρόσθετο. Ελάχιστη ποσότητα παραμένει (και αν) στο τελικό προϊόν, ενώ δεν έχει πλέον (μετά την ολοκλήρωση της διαύγασης) καμία τεχνολογική ή λειτουργική επίδραση πάνω στο προϊόν αυτό.
γ. Tetrahop
Πριν μιλήσουμε για το Tetrahop ας δούμε λίγο την Χημεία του “Λυκίσκου” (όχι εμένα καλέ, του πραγματικού Humulus Lupulus!) μιας και εδώ τα πράγματα είναι λίγο πιο σύνθετα. Μια πρώτη εισαγωγική ανάλυση έχει ήδη κάνει ο φίλτατος Mixos στην δημοσίευση για τα IBU.
Επιγραμματικά συνοψίζω και εν μέρει συμπληρώνω:
- Τα βασικά συστατικά του Λυκίσκου που ενδιαφέρουν κυρίως στην ζυθοποίηση είναι τα Έλαια και οι Ρητίνες .
- Τα Έλαια περιέχουν κατά κύριο λόγο τα Τερπένια (Μερκένια, Χουμουλένια, Καρυοφυλλένια, κλπ). Σε αυτά οφείλεται κατά κύριο λόγο η παλέτα των αρωμάτων της μπύρας (αρώματα φρούτων, ανθέων, βοτάνων, μπαχαρικών κλπ).
- Οι Ρητίνες (για την ακρίβεια οι μαλακές ρητίνες) περιέχουν κατά κύριο λόγο τα α-οξέα και τα β-οξέα..
- Τα α-οξέα αποτελούνται από τις Humulones (Χουμουλώνες, Λυκισκίνες), τις CoHumulones και AdHumulones. Είναι δυσδιάλυτα στο νερό και δεν έχουν σχεδόν καθόλου πικρή γεύση.
Κατά την διαδικασία του βρασμού του ζυθογλεύκους όμως, τα α-οξέα υφίστανται χημική μετατροπή (τροποποίηση) μέσω αντιδράσεως θερμικού ισομερισμού και μετατρέπονται στα ισομερή τους ισο-α-οξέα.(Ισο-χουμουλώνες κλπ).
Τα ισο-α-οξέα, σε αντίθεση με τα α-οξέα, είναι ευδιάλυτα στο νερό και έχουν χαρακτηριστική έντονη πικρή γεύση. Στην παρουσία τους λοιπόν οφείλεται κατά κύριο λόγο και η αγαπημένη μας πικράδα στην μπύρα.
Τα ισο-α-οξέα, δηλ. τα τροποποιημένα α-οξέα, δρουν λοιπόν ως Πικραντικοί Παράγοντες και Ρυθμιστές Πικράδας στην μπύρα, αφού καταφέρνουν να ισορροπήσουν την (πολλές φορές αηδιαστικά) γλυκιά γεύση των σακχάρων της βύνης.
Όπως γίνεται λοιπόν κατανοητό από τα παραπάνω, το κλειδί για την επίτευξη της πικρής γεύσης στην μπύρα είναι η μετατροπή των α-οξέων σε ισο-α- οξέα αλλά και η διατήρηση των ισο-α-οξέων αυτών στο τελικό προϊόν.
Το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι η μετατροπή των α-οξέων δεν γίνεται ποσοτικά, ενώ και η τάση των δημιουργηθέντων ισο-α-οξέων να αποχωρίζονται από το κυρίως σώμα του προϊόντος (προσκόλληση στα τοιχώματα των περιεκτών, καταβύθιση) συνεισφέρει αρνητικά .
Μικρό μέρος των α-οξέων μετατρέπονται σε ισο-α-οξέα. Πώς μπορεί να αυξηθεί η απόδοση αυτή? Σε αυτό το σημείο ακριβώς ξεκινά η διαμάχη.
Στην διαδικασία παραγωγής της μπύρας μπορεί να χρησιμοποιηθούν φυσικοί κώνοι θηλυκών ανθέων Λυκίσκου, σφαιρίδια (pellets) Λυκίσκου, εκχυλίσματα Λυκίσκου, (προ)-ισομερισμένα σφαιρίδια Λυκίσκου, (προ)-ισομερισμένα εκχυλίσματα Λυκίσκου, και τέλος ανηγμένα (προ)-ισομερισμένα εκχυλίσματα Λυκίσκου.
Με εξαίρεση την πρώτη περίπτωση που αποτελεί την απολύτως φυσική διεργασία, όλες οι υπόλοιπες περιπτώσεις αφορούν σε Προϊόντα Λυκίσκου δηλ. σε τροποποιήσεις του αρχικού υλικού. Τα πρώτα δε από αυτά τα Προϊόντα Λυκίσκου άρχισαν να χρησιμοποιούνται την δεκαετία του 1850. Ελπίζω να αρχίζετε να πιάνετε το νόημα της ιστορίας…
Για να μετρηθεί ποσοτικά η απόδοση στο τελικό προϊόν υιοθετείται ο όρος,
“Απόδοση/Αξιοποίηση Λυκίσκου”.
Αν λοιπόν χρησιμοποιήσουμε φυσικούς κώνους (τα θηλυκά άνθη) του Λυκίσκου χωρίς καμία επεξεργασία, η απόδοση σε θαυματουργά ισο-α-οξέα είναι χαμηλή και δεν ξεπερνά το 30%.
Αν χρησιμοποιήσουμε pellets Λυκίσκου, πετυχαίνουμε απομείωση μεγέθους (όγκου), αυξημένη σταθερότητα προϊόντος, και ομοιογενή κατανομή α-οξέων, επομένως καλύτερο έλεγχο στην δοσολογία. H “Απόδοση Λυκίσκου” όμως ανεβαίνει ελάχιστα και φτάνει στο 35%.
Αν χρησιμοποιήσουμε εκχυλίσματα Λυκίσκου, επιτυγχάνεται μεγαλύτερη απομείωση μεγέθους, μεγαλύτερη σταθερότητα και καλύτερη ομοιογένεια κατανομής συστατικών. H “Απόδοση Λυκίσκου” αγγίζει τώρα το 40%.
Τι θα γίνει όμως αν με κάποιο τρόπο καταφέρουμε να πετύχουμε τον ισομερισμό των α-οξέων σε ισο-α-οξέα εκτός της διαδικασίας βρασμού του ζυθογλεύκους, δηλαδή εκτός της κύριας διαδικασίας παρασκευής της μπύρας?
Με ανθρώπινη επέμβαση λοιπόν – θέρμανση κλπ- μπορούμε να μετατρέψουμε ποσοτικά πλέον τα α-οξέα σε ισο-α-οξέα. Στην περίπτωση των (προ)-ισομερισμένων pellets η “Απόδοση Λυκίσκου” αυξάνει απότομα στο 50-55%, ενώ στην περίπτωση (προ)-ισομερισμένων εκχυλισμάτων αγγίζει το 65%.
Κάτι “καλύτερο”?
Με περαιτέρω ανθρώπινη επέμβαση τα ισο-α-οξέα μετατρέπονται μέσω αντίδρασης καταλυτικής υδρογόνωσης σε ανηγμένα ισο-α-οξέα, στα Τετραυδρο-ισο-α-οξέα (εμπορική ονομασία Tetrahop, πιο απλά Tetra). Με την χρήση του Tetra η “Απόδοση Λυκίσκου” εκτινάσσεται μέχρι το 85% .
Με την χρήση του Tetra δεν επιτυγχάνεται μόνο καλύτερη απόδοση Λυκίσκου αλλά και το γεγονός ότι το τελικό προϊόν έχει επιπλέον επιθυμητές (αλλά αναγκαίες?) ιδιότητες. Εξαιτίας των υδρόφοβων ομάδων που υπάρχουν στο μόριο του Tetra, επιτυγχάνεται σταθεροποίηση του αφρού της μπύρας. Επιπλέον η μπύρα στέκεται με αξιώσεις απέναντι στον προαιώνιο εχθρό της: το φως. Παύει να είναι “φωτοευαίσθητη”.
Είναι πράγματι γνωστό πως η μπύρα κινδυνεύει από “Φωτοπληξία” – “Lightstruck Effect”. Και πάλι η αιτία του κακού είναι τα αγαπημένα μας ισο-α-οξέα.
Εάν προσπέσει στην μπύρα ακτινοβολία ορισμένου μήκους κύματος (UV, ιώδες, μπλε, και οριακά πράσινο φως), τότε πραγματοποιείται φωτοχημική αντίδραση μετατροπής των ισο-α-οξέων σε ΜΒΤ (3-μεθυλ-2-βουτενο-1-θειόλη) δηλ. σε μια μερκαπτάνη με εξαιρετικά μικρό ανιχνεύσιμο όριο οσμής (2-20 ppt, ή 2-20 ng / lt , δισεκατομμυριοστά του gr ανά λίτρο υγρού).
Η μερκαπτάνη αυτή γνωστή και ως "Βρωμο-θιόλη", είναι υπεύθυνη για την χαρακτηριστική άσχημη οσμή και γεύση που έχει μια μπύρα η οποία εξετέθη στο φως. (“Γεύση Φωτοπληξίας” ή “Skunked Taste”). Θειόλη σαν κι αυτή παράγεται και από τους αδένες του γνωστού “αρωματικού” κουναβιού (Skunk) εξ ου και το όνομα!
To ανηγμένο ισο-α-οξύ (Tetra) όμως δεν αντιδρά παρουσία φωτός προς βρωμο-θιόλη, με αποτέλεσμα η μπύρα να παθαίνει “ανοσία” στο φως.
Είναι αναγκαία λοιπόν η χρήση Tetra? Δεν υπάρχει άλλος τρόπος προστασίας της μπύρας?
Και βέβαια υπάρχει. Η χρήση φιάλης κατάλληλου χρώματος.
Αν χρησιμοποιηθεί φιάλη με κατάλληλο χρώμα, οι επικίνδυνες ακτινοβολίες δεν θα “περάσουν” στην μπύρα, οι ανεπιθύμητες φωτοχημικές αντιδράσεις δεν θα “πυροδοτηθούν” και η μπύρα θα προστατευθεί αποτελεσματικά. Κατάλληλη προστασία παρέχουν οι γνωστές καφέ φιάλες.
Αντίστοιχα αν για παράδειγμα χρησιμοποιηθεί διαφανής φιάλη, αυτό σημαίνει ότι όλη η προσπίπτουσα ορατή ακτινοβολία (άρα και το ιώδες, και το μπλε και το πράσινο) δεν απορροφάται αλλά διαπερνά την φιάλη. Οι ακτινοβολίες αυτές όμως όπως αναφέρθηκε παρέχουν την απαραίτητη ενέργεια για να πραγματοποιηθεί η ανεπιθύμητη φωτοχημική αντίδραση.
Πώς τότε λοιπόν κυκλοφορούν μπύρες στις τόσο “trendy” διαφανείς φιάλες χωρίς να υπάρξει πρόβλημα “Φωτοπληξίας”? Ε, τι φωνασκεί νιάου-νιάου εις τους κεράμους …
To Tetrahop είναι επικίνδυνο?
Σύμφωνα με τα ΜSDS (Material Safety Data Sheets) του Tetrahop δηλ. τα έγγραφα δεδομένων ασφαλείας υλικού, είναι μη τοξικό (αλλά όπως κάθε συστατικό χωρίς ορθή χρήση και σε μεγάλη δοσολογία μπορεί να επιφέρει παρενέργειες στον οργανισμό - ερεθισμό στο στόμα, το λαιμό και την πεπτική οδό).
Η ποσότητα που προστίθεται στην μπύρα είναι κάτω από 15 ppm (15 mg / lt μπύρας) ενώ μέσα από πειράματα έχει προσδιορισθεί η Αποδεκτή Ημερήσια Πρόσληψη σε 50 mg / kg σώματος • ημέρα. Αυτό σημαίνει ότι η Αποδεκτή Ημερήσια Πρόσληψη για έναν ενήλικα 60 κιλών είναι 3000 mg την ημέρα. Με άλλα λόγια για να ξεπεράσει κανείς αυτό το όριο θα πρέπει να καταναλώσει 3000 (mg/day) / 15 (mg/lt) = 200 lt μπύρας την ημέρα!
(Ωχ, φίλε ΜΟΝΚ για σένα κτυπάει η καμπάνα!).
Παρ’ όλα αυτά η χρήση του Tetra έχει δημιουργήσει τις τελευταίες εβδομάδες θέμα στην Τσεχία. Ερευνητικό Ινστιτούτο (Ινστιτούτο Βύνης και Ζυθοποίησης), ύστερα από παραγγελία της εφημερίδας “Mladá fronta Dnes”, διεξήγαγε χημικές αναλύσεις σε πληθώρα Τσέχικων μπυρών. Σε πέντε από αυτές ανιχνεύθηκε το Tetrahop. Οι μπύρες στις οποίες ανιχνεύθηκε είναι:
Staropramen Vycepni
Staropramen Lezak
Svijanska Desitka
Svjansky Maz 11o
Janacek Extra 12
(Όχι, δεν περιλαμβάνεται σε αυτές η αγαπημένη πριγκίπισσα του Μίχου, “ Svijanská Kněžna ”!)
Όλως τυχαίως (?) ελάχιστες μέρες μετά την δημοσίευση στην εφημερίδα των αποτελεσμάτων αυτών, ξεκίνησε μια καλά οργανωμένη (προετοιμασμένη από καιρό καθώς δείχνει) καμπάνια της Plzeňský Prazdroj / SAB Miller (Ζυθοποιία των Pilsner Urquell, Kozel, Gambrinus κλπ) και ανταγωνιστή της Staropramen / ABInBev (Heineken) με τίτλο «We Love Czech Beer”.
H καμπάνια στοχεύει σύμφωνα με δηλώσεις στελεχών της εταιρείας στην διατήρηση των (έτσι κι αλλιώς) πολύ αυστηρών και υψηλών standards με τα οποία ζυθοποιούνται οι Τσέχικες μπύρες, και στην περαιτέρω αυστηροποίηση της χρήσης του όρου “České Pivo – Τσέχικη Μπύρα”.
Τελικά είναι πόλεμος ουσίας ή μήπως πόλεμος εμπορικών συμφερόντων?
Οι επικριτές της χρήσης Tetra το θεωρούν ως πρόσθετο που δεν έχει σχέση με την παραδοσιακή παραγωγή της μπύρας.
Όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση με την EFSA (European Food Safety Authority) δεν το έχει χαρακτηρίσει ως πρόσθετο, ενώ και οι ΗΠΑ με την FDA (Food & Drug Administration) το κατηγοριοποιούν ως συστατικό - Προϊόν Λυκίσκου - χωρίς να υπάρχει η ανάγκη περαιτέρω σήμανσης.
Τα στοιχεία συγκλίνουν πως το Tetra δεν είναι επικίνδυνο για την υγεία. Το θέμα όμως και πάλι τελικά θα πρέπει να εντοπιστεί στο κατά πόσο είναι κι αναγκαίο...
δ. Ε 405 - Αλγινικός Εστέρας της Προπυλενογλυκόλης ή Αλγινική Προπανο-1,2-διόλη (PGA):
Χρησιμοποιείται ως σταθεροποιητής αφρού (Foam Stabilizer, Heading Compound).
Mε βάση αυτά που αναφέραμε στο 1ο μέρος του άρθρου (Βασικές έννοιες) το Ε 405 αποτελεί σαφώς Πρόσθετο, έχει δε ΑΗΠ 25 mg/kg •day.
Έχει πάρει έγκριση χρήσης στην μπύρα από το Ανώτατο Χημικό Συμβούλιο – ποσότητα χρήσης: 15 mg Ε 405 /lt μπύρας. Αν υπολογίσυμε την ΑΗΠ για μέσο ενήλικα των 60 kg (25•60=1500 mg/day) καταλαβαίνουμε πως η ποσότητα του E 405 που χρησιμοποιείται στην μπύρα (15 mg/lt) είναι ελάχιστη.
Είναι παρ’ όλα αυτά ακίνδυνο? Εγώ θα έλεγα πως είναι μη αναγκαίο. Εφετζίδικο.
Από την άλλη μεριά όμως τι θα γίνει αν εκλείψει? Πώς θα εμπνευστούν τότε, τα αξιότιμα μέλη αυτού του forum, σχόλια ύψιστης λογοτεχνίζουσας αξίας όπως τα (γνωστά) παρακάτω:
“Αφρός μπεζόλευκος, επιβλητικός, συνεκτικός κάθεται σαν στέμμα στο κεφάλι της Πριγκίπισσας και θα παραμείνει εκεί μέχρι και την τελευταία γουλιά μαζί με ένα πέπλο ενός εκατοστού να στολίζει τη γαλαζοαίματη μέχρι αυτή να αποκοιμηθεί…”
Και τι θα γράφει τότε ο Μέγας Διδάσκαλος Mixos στις λαμπρές παρουσιάσεις του? Το σίκουελ από τα “Παλιόπαιδα τ’ Ατίθασα”? Quelle Décadence, mon Dieu!
Με τα παραπάνω ολοκληρώνεται η παροχή κάποιων πρώτων βασικών στοιχείων πάνω στα συγκεκριμένα υλικά που αναφέρει ο φίλος John Rebus στην αρχή του topic.
|