|
Γράφει ο Chalice | 7 Μαΐου 2010 Για το all4beer.com
Ήταν γύρω στο 1980 όταν ο εικοσιδυάχρονος τότε Larry Bell είχε τις πρώτες επαφές του με το home brewing, κάνοντας δοκιμές με εκχυλίσματα λυκίσκου για λογαριασμό κάποιας εταιρείας.
Το 1983, με τα 200 δολάρια που του έστειλε δώρο γενεθλείων η μάνα του, σκέφτηκε να ξεκινήσει το δικό του μαγαζί με είδη home brewing. Αγόρασε μια κατσαρόλα των 15 γαλονιών και έπεισε ένα δικηγόρο να τον βοηθήσει να ξεκινήσει την εταιρεία, αμείβοντάς τον με μερίσματα απ’ τις μετοχές της μελλοντικής του εταιρείας.
Με τον ίδιο τρόπο, ο Larry έπεισε και τον ιδιοκτήτη μιας αποθήκης να του τη νοικιάσει χωρίς να τον πληρώνει για μερικούς μήνες με την ελπίδα να ξεκινήσει να πουλάει στο διάστημα αυτό.
Μετά από λίγο κατάφερε να πάρει ένα μικρό δάνειο και να ξεκινήσει πλέον να φτιάχνει μπύρα. Το 1985 πήρε άδεια πώλησης και άρχισε να προμηθεύει τα μαγαζιά με τις μπύρες του, χύμα σε χάρτινα κουτιά.
Σύντομα συγκέντρωσε μπουκάλια και ξεκίνησε να εμφιαλώνει. Στην αρχή και για τα πρώτα 4 χρόνια, όλα γινόντουσαν χειρωνακτικά. Απ’ το φτιάξιμο της μπύρας (στην 15γάλονη κατσαρόλα ) και την εμφιάλωση (χρησιμοποιώντας μπουκάλια άλλων εταιριών, που έπλενε και αποστείρωνε στο χέρι), την ετικέτα και το καπάκι που επίσης έμπαιναν με το χέρι, μέχρι και τη διανομή, την οποία την έκανε ο ίδιος, μέχρι η μπύρα του να κερδίσει το κοινό.
Το 1989 μπόρεσε να περάσει σε ένα μεγαλύτερο σύστημα και ν’ ανεβάσει την παραγωγή του από 135 βαρέλια, σε 500 βαρέλια το χρόνο (1 βαρέλι είναι 31 γαλόνια) και την επόμενη χρονιά να τη διπλασιάσει, περνώντας σε ακόμα μεγαλύτερο σύστημα παραγωγής. Το 2003 μετακόμισε σε μεγαλύτερες εγκαταστάσεις τις οποίες επεκτείνει συνεχώς, ανεβάζοντας τη παραγωγή του 20 με 25% κάθε χρόνο, πλησιάζοντας πλέον τις 300 χιλιάδες βαρέλια το χρόνο.
Ο Larry Bell θεωρείται σημαίνουσα μορφή στο χώρο των Αμερικανικών μικροζυθοποιών και όχι μόνο γιατί η Bell’s βγάζει καλές μπύρες και εκλέγεται τελευταία μεταξύ των καλύτερων ζυθοποιϊών (το 2010 κατατάχθηκε 5η στη λίστα του RateBeer) αλλά και επειδή ο ίδιος ο Larry έχει επιδείξει πνεύμα επαναστατικό, κοντράροντας επανηλειμμένα το σύστημα. Σε μια μάλιστα περίπτωση, το 2006, όταν δεν συμφώνησε με τον διανομέα του στη πολιτεία του Illinois, ο οποίος «πούλησε» τα δικαιώματα της Bell’s σε ανταγωνιστική εταιρεία, χωρίς η Bell’s να μπορεί να κάνει κάτι γι αυτό, ο Larry αποφάσισε ν’ αποσύρει όλα του τα προϊόντα απ’ το Illinois, χάνοντας έσοδα της τάξης του 1.6 εκ. $
Αν και η νομοθεσία του απαγόρευε να ξαναδουλέψει στην πολιτεία (με άλλον διανομέα) ο Larry προκάλεσε το κατεστημένο, λανσάροντας στο Chicago δύο νέες μπύρες κάτω απ’ το όνομα Kalamazoo. Aν και τον προειδοποίησαν και ήταν βέβαιος πως θα τραβιέται δικαστικά, τελικά δεν δέχτηκε κάποια μήνυση. Ο συγκεκριμένος διανομέας μάλιστα εγκατέλειψε τη πολιτεία, οπότε απ’ το 2008, η Bell’s επέστρεψε και νόμιμα πλέον.
Αυτή η εκκεντρικότητα του Larry Βell, εκφράζεται στο μικρό brew pub που έφτιαξε το 1993, δίπλα στις εγκαταστάσεις της Kalamazoo, το Eccentric Café.

Στο μικρό αυτό pub, σερβίρονται οι μπύρες της Bell’s Brewery, τόσο οι στάνταρτ ετικέτες όσο και οι εποχιακές αλλά και οι περιορισμένες και πειραματικές «φουρνιές». Ελαφρά γεύματα, ζωντανή μουσική αλλά κι ένα μαγαζάκι με μπυρο-αντικείμενα της Bell’s συμπληρώνει το ιδιαίτερο αυτό μαγαζί. Ο εκκεντρικός μάλιστα τίτλος του, πραγματώνεται μια φορά το χρόνο, την Eccentric Day, όπου οι επισκέπτες πρέπει να ντυθούν «ταιριαστά με τη βραδιά».
Όπως είπαμε η Βell's φτιάχνει μια πληθώρα από ετικέτες. Κάποιες βγαίνουν όλο το χρόνο, ενώ κάποιες είναι εποχιακές ή και πειραματικές.
|